Η αγορά παιδικών παπουτσιών έχει μια μικρή δυσκολία που κάθε γονιός γνωρίζει καλά: το σωστό νούμερο δεν μένει σωστό για πολύ. Το παιδικό πόδι μεγαλώνει γρήγορα, και όχι πάντα με τον ίδιο ρυθμό, ενώ το μέγεθος που φορούσε ένα παιδί πριν από λίγους μήνες μπορεί σήμερα να μην του προσφέρει πλέον τον χώρο που χρειάζεται.
Την ίδια στιγμή, η επιλογή μεγαλύτερου μεγέθους «για να κρατήσει» δεν είναι απαραίτητα η καλύτερη λύση. Ένα πολύ στενό παπούτσι πιέζει και περιορίζει το πόδι, ενώ ένα υπερβολικά μεγάλο μπορεί να δυσκολεύει τη σταθερή εφαρμογή και τη φυσική κίνηση.
Πώς βρίσκουμε, λοιπόν, το σωστό νούμερο στα παιδικά παπούτσια; Η απάντηση ξεκινά από μια σωστή μέτρηση, αλλά χρειάζεται να λάβει υπόψη και τη γραμμή του παπουτσιού, την εφαρμογή και τον τρόπο με τον οποίο θα χρησιμοποιηθεί.
Το παιδικό πόδι βρίσκεται σε συνεχή ανάπτυξη. Τα οστά, οι μύες και οι σύνδεσμοι εξακολουθούν να διαμορφώνονται, ενώ η καθημερινότητα περιλαμβάνει πολύ περισσότερη κίνηση απ’ όση συχνά αντιλαμβανόμαστε: περπάτημα, τρέξιμο, παιχνίδι, άλματα και πολλές ώρες με τα ίδια παπούτσια.
Η σωστή εφαρμογή επιτρέπει στο πόδι να κινείται φυσικά μέσα στο παπούτσι, χωρίς πίεση αλλά και χωρίς περιττή αστάθεια. Ένα παιδικό παπούτσι στο κατάλληλο μέγεθος πρέπει:
Το σωστό νούμερο δημιουργεί την ισορροπία ανάμεσα στον χώρο που χρειάζεται το πόδι και στη σταθερότητα που απαιτεί η καθημερινή κίνηση.
Η μέτρηση μπορεί να γίνει εύκολα στο σπίτι, αρκεί το παιδί να βρίσκεται όρθιο. Όταν το πόδι πατά στο έδαφος και δέχεται το βάρος του σώματος, απλώνεται ελαφρώς και η μέτρηση είναι πιο αντιπροσωπευτική από εκείνη που γίνεται όταν το παιδί κάθεται ή ξαπλώνει.
Θα χρειαστούν ένα λευκό χαρτί, ένα μολύβι και ένας χάρακας ή μια μεζούρα.
Η μέτρηση πρέπει να γίνεται και στα δύο πόδια, καθώς είναι απόλυτα φυσιολογικό να υπάρχει μια μικρή διαφορά μεταξύ τους. Αν οι δύο μετρήσεις δεν είναι ίδιες, χρησιμοποιούμε ως βάση το μεγαλύτερο πόδι.
Καλύτερα η μέτρηση να γίνεται το απόγευμα, αφού μετά από μια μέρα κίνησης το πόδι είναι ελαφρώς μεγαλύτερο σε σχέση με το πρωί.
Αφού μετρήσετε το πόδι, ο παρακάτω πίνακας δίνει μια πρώτη εικόνα για το νούμερο που αντιστοιχεί. Είναι ενδεικτικός, καθώς κάθε brand έχει τη δική του γραμμή. Η μέτρηση και η δοκιμή υπερισχύουν πάντα της ηλικίας.
| Μήκος ποδιού (εκ.) | Ενδεικτικό νούμερο (EU) | Ενδεικτική ηλικία |
|---|---|---|
| 10 | 17 | 6-12 μηνών |
| 11 | 19 | περίπου 1 έτους |
| 12 | 20 | 1-2 ετών |
| 13 | 22 | 1-2 ετών |
| 14 | 23 | 2-3 ετών |
| 15 | 25 | 3-4 ετών |
| 16 | 26 | 3-4 ετών |
| 17 | 28 | 4-5 ετών |
| 18 | 29 | 5-6 ετών |
| 19 | 31 | 6-7 ετών |
| 20 | 32 | 7-8 ετών |
| 21 | 34 | 8-9 ετών |
| 22 | 35 | 9-10 ετών |
| 23 | 37 | 10-12 ετών |
Το νούμερο στον πίνακα υπολογίζει ήδη το απαραίτητο περιθώριο μπροστά από τα δάκτυλα. Παιδιά της ίδιας ηλικίας μπορεί να διαφέρουν και δύο ή τρία νούμερα, γι' αυτό η ηλικία είναι μόνο αφετηρία.
Ως γενικός κανόνας, στα κλειστά παπούτσια αρκεί ένα περιθώριο περίπου 1 έως 1,5 εκατοστό μπροστά από το μακρύτερο δάκτυλο. Ένας εύκολος έλεγχος στο σπίτι είναι να χωράει περίπου το πλάτος του αντίχειρα ενός ενήλικα ανάμεσα στο δάκτυλο και την άκρη του παπουτσιού.
Στα πέδιλα το περιθώριο μπορεί να είναι λίγο μικρότερο, ενώ στα μποτάκια του χειμώνα χρειάζεται να υπολογίζεται και η πιο χοντρή κάλτσα. Δεν χρειάζεται, όμως, να επιλέγεται ένα πολύ μεγαλύτερο νούμερο με τη λογική ότι «θα το φορέσει περισσότερο».
Το ίδιο νούμερο δεν έχει πάντα ακριβώς την ίδια εφαρμογή. Η γραμμή μπορεί να διαφέρει ανάμεσα σε εταιρείες, αλλά ακόμη και ανάμεσα σε διαφορετικά μοντέλα του ίδιου brand.
Ένα παιδικό sneaker με πιο φαρδιά κατασκευή μπορεί να εφαρμόζει διαφορετικά από ένα στενότερο casual παπούτσι. Αντίστοιχα, ένα αθλητικό μοντέλο με ενισχυμένη εσωτερική επένδυση μπορεί να αφήνει λιγότερο διαθέσιμο χώρο, παρότι στην ετικέτα αναγράφεται το ίδιο μέγεθος.
Εκτός από το μήκος του πέλματος, χρειάζεται να λαμβάνονται υπόψη:
Γι’ αυτό η μέτρηση αποτελεί την αφετηρία της επιλογής και όχι τη μοναδική απάντηση.
Μετά τη δοκιμή, το παιδί χρειάζεται να περπατήσει για λίγο και να κινηθεί φυσικά. Η εφαρμογή φαίνεται καλύτερα στην κίνηση παρά όταν το πόδι παραμένει ακίνητο.
Παρατηρούμε αν:
Χρήσιμο είναι να ρωτήσουμε το παιδί πώς αισθάνεται το παπούτσι, χωρίς να περιοριστούμε μόνο στο «σε στενεύει;». Ερωτήσεις όπως «σε πιέζει κάπου;», «κουνιέται η φτέρνα σου;» ή «είναι άνετα τα δάκτυλά σου;» μπορούν να δώσουν πιο συγκεκριμένη εικόνα.
Το μέγεθος που γνωρίζουμε από την προηγούμενη αγορά δεν πρέπει να θεωρείται δεδομένο. Το παιδικό πόδι μπορεί να αλλάξει αισθητά μέσα σε λίγους μήνες, ιδιαίτερα σε περιόδους γρήγορης ανάπτυξης.
Ενδεικτικά, μέχρι τα 3 χρόνια αξίζει έλεγχος κάθε 2 με 3 μήνες, από 3 έως 6 ετών κάθε 3 με 4 μήνες και στα μεγαλύτερα παιδιά κάθε 4 με 6 μήνες.
Μια νέα μέτρηση είναι χρήσιμη:
Ένας τακτικός έλεγχος βοηθά να εντοπιστεί εγκαίρως η αλλαγή, πριν το παπούτσι αρχίσει να περιορίζει το πόδι.
Κάθε αλλαγή εποχής είναι καλή αφορμή για νέο έλεγχο. Τα παπούτσια της προηγούμενης σεζόν μπορεί να δείχνουν σε καλή κατάσταση, όμως αυτό δεν σημαίνει ότι εξακολουθούν να εφαρμόζουν σωστά.
Το φθινόπωρο και τον χειμώνα, τα πέδιλα δίνουν τη θέση τους σε κλειστά παπούτσια και μποτάκια για αγόρια και κορίτσια, που φοριούνται με πιο χοντρές κάλτσες. Γι' αυτό η δοκιμή αξίζει να γίνεται με τις κάλτσες που θα φορεθούν στην πράξη. Το ίδιο ισχύει και για τις παιδικές παντόφλες του σπιτιού, που φοριούνται πολλές ώρες και χρειάζονται κι αυτές σωστή εφαρμογή.
Και φυσικά, πριν από την έναρξη κάθε σχολικής χρονιάς, το σχολικό παπούτσι θα φορεθεί πολλές ώρες και θα ακολουθήσει το παιδί από την τάξη μέχρι το διάλειμμα. Γι' αυτό η σωστή εφαρμογή από την αρχή της σεζόν έχει ιδιαίτερη σημασία.
Η εύρεση του σωστού μεγέθους ξεκινά από μια προσεκτική μέτρηση, ολοκληρώνεται όμως με τη σωστή εφαρμογή. Το μήκος του πέλματος, το διαθέσιμο περιθώριο, η σταθερότητα στη φτέρνα και η γραμμή του κάθε μοντέλου χρειάζεται να λειτουργούν μαζί.
Κάθε παιδί έχει διαφορετικό πέλμα και διαφορετικό ρυθμό ανάπτυξης. Ένας σύντομος έλεγχος πριν από κάθε νέα αγορά βοηθά ώστε το καινούργιο ζευγάρι να είναι άνετο από την πρώτη εφαρμογή και να ακολουθεί φυσικά κάθε βήμα, από το σχολείο και τη βόλτα μέχρι το καθημερινό παιχνίδι.
Όχι απαραίτητα. Το παπούτσι χρειάζεται επαρκή χώρο μπροστά από τα δάκτυλα, χωρίς όμως να είναι τόσο μεγάλο ώστε το πόδι να μετακινείται στο εσωτερικό του. Η επιλογή πρέπει να βασίζεται στη μέτρηση και στην πραγματική εφαρμογή του μοντέλου.
Ναι. Μια μικρή διαφορά ανάμεσα στα δύο πόδια είναι φυσιολογική. Για την επιλογή μεγέθους λαμβάνεται υπόψη η μεγαλύτερη μέτρηση.
Όχι πάντα. Η γραμμή, το πλάτος και η εσωτερική κατασκευή διαφέρουν ανά brand και μοντέλο. Γι’ αυτό είναι χρήσιμο να συμβουλευόμαστε τον οδηγό μεγεθών και να εξετάζουμε τα χαρακτηριστικά του συγκεκριμένου παπουτσιού.
Αν το παπούτσι πρόκειται να φοριέται με κάλτσες, είναι προτιμότερο η δοκιμή να γίνεται με αντίστοιχο τύπο και πάχος κάλτσας. Έτσι, η εφαρμογή προσεγγίζει καλύτερα τις πραγματικές συνθήκες χρήσης.
Συχνές ενδείξεις είναι η πίεση στα δάκτυλα, οι κοκκινίλες, η δυσκολία στο φόρεμα ή στο κλείσιμο και οι ενοχλήσεις μετά τη χρήση. Μερικές φορές το παιδί μπορεί επίσης να αρχίσει να αποφεύγει ένα ζευγάρι που μέχρι πρόσφατα φορούσε χωρίς πρόβλημα.
Ένα παιδί γύρω στον 1 χρόνο έχει συνήθως πόδι περίπου 11 με 12,5 εκατοστά, που αντιστοιχεί περίπου στο νούμερο 19 με 21. Στα πρώτα βήματα η μέτρηση είναι ακόμα πιο σημαντική, γιατί το πόδι αλλάζει πολύ γρήγορα.
Όχι. Ένα δερμάτινο παπούτσι μπορεί να μαλακώσει λίγο στο πλάτος, όμως το μήκος δεν αλλάζει. Αν ένα παπούτσι πιέζει τα δάκτυλα από την πρώτη δοκιμή, δεν θα «ανοίξει» αρκετά ώστε να γίνει άνετο.